μαυρῶ

μαυρῶ
μαυρός
masc/fem/neut gen sg (doric aeolic)
μαυρόω
darken
pres subj act 1st sg
μαυρόω
darken
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • αμαυρός — ἀμαυρός, ά, όν (AM) θαμπός, σκοτεινός μσν. (το ουδέτερο ως επίρρημα) ἀμαυρόν αδύναμα, εξασθενημένα αρχ. 1. αυτός που φαίνεται με δυσκολία, θαμπός, αμυδρός, σκιώδης 2. αυτός που φέγγει θαμπά, σκοτεινός, θαμπός 3. αυτός που δεν έχει φως, άφεγγος,… …   Dictionary of Greek

  • μαυρός — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Μ. ο μάρτυς. Η μνήμη του τιμάται την 1η Μαΐου. 2. Τον σκότωσαν με σπαθί μαζί με άλλους στρατιώτες. Η μνήμη του τιμάται στις 30 Ιανουαρίου. 3. Γιος του μάρτυρα Κλαυδίου και της Ιλαρίας. Μαρτύρησε, μαζί …   Dictionary of Greek

  • μαυρώνω — (ΑM μαυρῶ, όω, Μ και μαυρώνω) μαυρίζω, αμαυρώνω, θαμπώνω, τυφλώνω μσν. 1. σκοτεινιάζω 2. μτφ. θλίβομαι, υποφέρω, δυστυχώ 3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) μαυρωμένος, η, ον μαυρειδερός, μελαψός αρχ. 1. καθιστώ κάποιον αδύνατο, ανίσχυρο («κρατερὸν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”